- ἀβρωσία
- ἀ-βρωσία, Fasten
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
ἀβρωσία — ἀβρωσίᾱ , ἀβρωσία want of food fem nom/voc/acc dual ἀβρωσίᾱ , ἀβρωσία want of food fem nom/voc sg (attic doric aeolic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἀβρωσίαι — ἀβρωσίᾱͅ , ἀβρωσία want of food fem dat sg (attic doric aeolic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)